あいぜんする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμβαίνω το ένα μετά το άλλο, διαδέχομαι το ένα το άλλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
相前後する
Παρόν (ευγενικό)
相前後します
Άρνηση (απλή)
相前後しない
Άρνηση (ευγενική)
相前後しません
Παρελθόν (απλό)
相前後した
Παρελθόν (ευγενικό)
相前後しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相前後しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相前後しませんでした
Τε-μορφή
相前後して
Δυνητική
相前後できる
Προστακτική
相前後しろ
Βουλητική
相前後しよう
Υποθετική (ば)
相前後すれば