そうまっている

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός θεωρείται δεδομένο, γίνεται γενικά αποδεκτό, αποτελεί την καθιερωμένη αντίληψη, αποτελεί την κοινωνική σύμβαση, είναι η συνηθισμένη πρακτική

Κλίση

Παρόν (απλό)
相場が決まっている
Παρόν (ευγενικό)
相場が決まっています
Άρνηση (απλή)
相場が決まっていない
Άρνηση (ευγενική)
相場が決まっていません
Παρελθόν (απλό)
相場が決まっていた
Παρελθόν (ευγενικό)
相場が決まっていました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相場が決まっていなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相場が決まっていませんでした
Τε-μορφή
相場が決まっていて
Δυνητική
相場が決まっていられる
Προστακτική
相場が決まっていろ
Βουλητική
相場が決まっていよう
Υποθετική (ば)
相場が決まっていれば