あいたい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιμετωπίζω ο ένας τον άλλον, βρίσκομαι απέναντι
  2. 02 βρίσκομαι σε αντιπαράθεση, συγκρούομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
相対す
Παρόν (ευγενικό)
相対します
Άρνηση (απλή)
相対さない
Άρνηση (ευγενική)
相対しません
Παρελθόν (απλό)
相対した
Παρελθόν (ευγενικό)
相対しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相対さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相対しませんでした
Τε-μορφή
相対して
Δυνητική
相対せる
Προστακτική
相対せ
Βουλητική
相対そう
Υποθετική (ば)
相対せば