そうおう

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατάλληλος, αρμόζων, πρέπων, επαρκής, λογικός, σωστός
  2. 02 σύζευξη, σύνδεση, συσχέτιση

Παραδείγματα

  • この仕事しごとかれ相応そうおうしいです。

    Αυτή η δουλειά του ταιριάζει.

  • かれはその地位ちい相応そうおうしい能力のうりょくっています。

    Έχει τις ικανότητες που ταιριάζουν σε αυτή τη θέση.

  • その役職やくしょくには、それに相応そうおうしい責任せきにんともないます。

    Η συγκεκριμένη θέση φέρει μαζί της τις ανάλογες ευθύνες.