あいあわれむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λυπούμαι ο ένας τον άλλον, συμπονώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
相憐れむ
Παρόν (ευγενικό)
相憐れみます
Άρνηση (απλή)
相憐れまない
Άρνηση (ευγενική)
相憐れみません
Παρελθόν (απλό)
相憐れんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
相憐れみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相憐れまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相憐れみませんでした
Τε-μορφή
相憐れんで
Δυνητική
相憐れめる
Προστακτική
相憐れめ
Βουλητική
相憐れもう
Υποθετική (ば)
相憐れめば