相手にする
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 κάνω παρέα, ακούω, συναναστρέφομαι, δίνω σημασία, ασχολούμαι με
- 02 παίζω εναντίον (π.χ. μιας ομάδας), αντιμετωπίζω (π.χ. έναν αντίπαλο)
Παραδείγματα
-
彼を相手にしない。
Δεν ασχολούμαι μαζί του.
-
強いチームを相手にするのは大変だ。
Είναι δύσκολο να παίζεις ενάντια σε μια δυνατή ομάδα.
-
あの人の言うことは、あまり真剣に相手にしない方がいいよ。
Δεν πρέπει να παίρνεις πολύ στα σοβαρά αυτά που λέει αυτός/αυτή.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 相手にする
- Παρόν (ευγενικό)
- 相手にします
- Άρνηση (απλή)
- 相手にしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 相手にしません
- Παρελθόν (απλό)
- 相手にした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 相手にしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 相手にしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 相手にしませんでした
- Τε-μορφή
- 相手にして
- Δυνητική
- 相手にできる
- Προστακτική
- 相手にしろ
- Βουλητική
- 相手にしよう
- Υποθετική (ば)
- 相手にすれば
- Υποθετική (たら)
- 相手にしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 相手にしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 相手にするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 相手にしなさい
- Παθητική
- 相手にされる
- Αιτιατική
- 相手にさせる