あいをする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω παρέα, φροντίζω, διασκεδάζω, παίζω με κάποιον (σε παιχνίδι)

Παραδείγματα

  • 子供こども相手あいてをする

    Παίζω με το παιδί.

  • 毎日まいにち、ペットのいぬ相手あいてをしています。

    Κάθε μέρα κρατάω παρέα στον σκύλο μου.

  • 仕事柄しごとがら様々さまざまなタイプのお客様きゃくさま相手あいてをすることがおおいです。

    Λόγω της δουλειάς μου, συχνά πρέπει να ασχολούμαι με διάφορους τύπους πελατών.

Κλίση

Παρόν (απλό)
相手をする
Παρόν (ευγενικό)
相手をします
Άρνηση (απλή)
相手をしない
Άρνηση (ευγενική)
相手をしません
Παρελθόν (απλό)
相手をした
Παρελθόν (ευγενικό)
相手をしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相手をしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相手をしませんでした
Τε-μορφή
相手をして
Δυνητική
相手をできる
Προστακτική
相手をしろ
Βουλητική
相手をしよう
Υποθετική (ば)
相手をすれば