あいえら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω διακρίσεις (μεταξύ στόχων, θυμάτων κ.λπ.), επιλέγω τις μάχες μου, επιλέγω τον σύντροφο ή τον αντίπαλό μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
相手を選ぶ
Παρόν (ευγενικό)
相手を選びます
Άρνηση (απλή)
相手を選ばない
Άρνηση (ευγενική)
相手を選びません
Παρελθόν (απλό)
相手を選んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
相手を選びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相手を選ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相手を選びませんでした
Τε-μορφή
相手を選んで
Δυνητική
相手を選べる
Προστακτική
相手を選べ
Βουλητική
相手を選ぼう
Υποθετική (ば)
相手を選べば