あい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συγκρούομαι, μάχομαι ο ένας τον άλλον

Κλίση

Παρόν (απλό)
相打つ
Παρόν (ευγενικό)
相打ちます
Άρνηση (απλή)
相打たない
Άρνηση (ευγενική)
相打ちません
Παρελθόν (απλό)
相打った
Παρελθόν (ευγενικό)
相打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相打ちませんでした
Τε-μορφή
相打って
Δυνητική
相打てる
Προστακτική
相打て
Βουλητική
相打とう
Υποθετική (ば)
相打てば