相撲すもうってしょうける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αποτυγχάνω τελικά παρά την ευνοϊκή θέση, αποτυγχάνω την τελευταία στιγμή, κερδίζω τη μάχη αλλά χάνω τον πόλεμο, υπερέχω στο σούμο (τεχνική) αλλά χάνω τον αγώνα

Κλίση

Παρόν (απλό)
相撲に勝って勝負に負ける
Παρόν (ευγενικό)
相撲に勝って勝負に負けます
Άρνηση (απλή)
相撲に勝って勝負に負けない
Άρνηση (ευγενική)
相撲に勝って勝負に負けません
Παρελθόν (απλό)
相撲に勝って勝負に負けた
Παρελθόν (ευγενικό)
相撲に勝って勝負に負けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相撲に勝って勝負に負けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相撲に勝って勝負に負けませんでした
Τε-μορφή
相撲に勝って勝負に負けて
Δυνητική
相撲に勝って勝負に負けられる
Προστακτική
相撲に勝って勝負に負けろ
Βουλητική
相撲に勝って勝負に負けよう
Υποθετική (ば)
相撲に勝って勝負に負ければ