あいづち

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρησιμοποιώ αϊζούτσι, δείχνω ότι παρακολουθώ τον συνομιλητή παρεμβάλλοντας επιφωνήματα ή επιβεβαιωτικές εκφράσεις

Παραδείγματα

  • 相槌あいづちちます

    Κάνω αϊζούτσι.

  • はなしくときは、きちんと相槌あいづちようにしています。

    Όταν ακούω κάποιον, προσπαθώ να κάνω σωστά αϊζούτσι.

  • 相手あいてはなしわせて適切てきせつ相槌あいづちことで、スムーズなコミュニケーションがれるようになります。

    Κάνοντας κατάλληλα αϊζούτσι στην κουβέντα του συνομιλητή, η επικοινωνία γίνεται πιο ομαλή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
相槌を打つ
Παρόν (ευγενικό)
相槌を打ちます
Άρνηση (απλή)
相槌を打たない
Άρνηση (ευγενική)
相槌を打ちません
Παρελθόν (απλό)
相槌を打った
Παρελθόν (ευγενικό)
相槌を打ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相槌を打たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相槌を打ちませんでした
Τε-μορφή
相槌を打って
Δυνητική
相槌を打てる
Προστακτική
相槌を打て
Βουλητική
相槌を打とう
Υποθετική (ば)
相槌を打てば