あい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τελειώνω, λήγω, ολοκληρώνομαι
  2. 02 εκπληρώνω τις υποχρεώσεις μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
相済む
Παρόν (ευγενικό)
相済みます
Άρνηση (απλή)
相済まない
Άρνηση (ευγενική)
相済みません
Παρελθόν (απλό)
相済んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
相済みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相済まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相済みませんでした
Τε-μορφή
相済んで
Δυνητική
相済める
Προστακτική
相済め
Βουλητική
相済もう
Υποθετική (ば)
相済めば