そうだんにあずかる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο συμβουλεύομαι, ζητάω τη γνώμη κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
相談にあずかる
Παρόν (ευγενικό)
相談にあずかります
Άρνηση (απλή)
相談にあずからない
Άρνηση (ευγενική)
相談にあずかりません
Παρελθόν (απλό)
相談にあずかった
Παρελθόν (ευγενικό)
相談にあずかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
相談にあずからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
相談にあずかりませんでした
Τε-μορφή
相談にあずかって
Δυνητική
相談にあずかれる
Προστακτική
相談にあずかれ
Βουλητική
相談にあずかろう
Υποθετική (ば)
相談にあずかれば