たて

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χρησιμοποιώ ως πρόσχημα, χρησιμοποιώ ως δικαιολογία, χρησιμοποιώ ως βάση, χρησιμοποιώ προς όφελος μου
  2. 02 χρησιμοποιώ ως ασπίδα, καλύπτομαι πίσω από, κρύβομαι πίσω από

Κλίση

Παρόν (απλό)
盾に取る
Παρόν (ευγενικό)
盾に取ります
Άρνηση (απλή)
盾に取らない
Άρνηση (ευγενική)
盾に取りません
Παρελθόν (απλό)
盾に取った
Παρελθόν (ευγενικό)
盾に取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
盾に取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
盾に取りませんでした
Τε-μορφή
盾に取って
Δυνητική
盾に取れる
Προστακτική
盾に取れ
Βουλητική
盾に取ろう
Υποθετική (ば)
盾に取れば