しょうりゃく

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παράλειψη, αφαίρεση
  2. 02 συντομογραφία, βράχυνση, σύμπτυξη (π.χ. ενός ονόματος)

Κλίση

Παρόν (απλό)
省略する
Παρόν (ευγενικό)
省略します
Άρνηση (απλή)
省略しない
Άρνηση (ευγενική)
省略しません
Παρελθόν (απλό)
省略した
Παρελθόν (ευγενικό)
省略しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
省略しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
省略しませんでした
Τε-μορφή
省略して
Δυνητική
省略できる
Προστακτική
省略しろ
Βουλητική
省略しよう
Υποθετική (ば)
省略すれば