まゆひとうごかさない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ατάραχος, ανέκφραστος, ατρόμητος, εντελώς ψύχραιμος

Κλίση

Παρόν (απλό)
眉一つ動かさない
Παρόν (ευγενικό)
眉一つ動かさないです
Άρνηση (απλή)
眉一つ動かさなくない
Άρνηση (ευγενική)
眉一つ動かさなくないです
Παρελθόν (απλό)
眉一つ動かさなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
眉一つ動かさなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
眉一つ動かさなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
眉一つ動かさなくなかったです
Τε-μορφή
眉一つ動かさなくて
Υποθετική (ば)
眉一つ動かさなければ