まゆまれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προδίδω τον εσωτερικό μου κόσμο από τις εκφράσεις του προσώπου μου, γίνομαι διαφανής

Κλίση

Παρόν (απλό)
眉毛を読まれる
Παρόν (ευγενικό)
眉毛を読まれます
Άρνηση (απλή)
眉毛を読まれない
Άρνηση (ευγενική)
眉毛を読まれません
Παρελθόν (απλό)
眉毛を読まれた
Παρελθόν (ευγενικό)
眉毛を読まれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
眉毛を読まれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
眉毛を読まれませんでした
Τε-μορφή
眉毛を読まれて
Δυνητική
眉毛を読まれられる
Προστακτική
眉毛を読まれろ
Βουλητική
眉毛を読まれよう
Υποθετική (ば)
眉毛を読まれれば