ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φροντίζω έναν ασθενή, νοσηλεύω, παρευρίσκομαι στο προσκέφαλο κάποιου την ώρα του θανάτου του

Κλίση

Παρόν (απλό)
看取る
Παρόν (ευγενικό)
看取ります
Άρνηση (απλή)
看取らない
Άρνηση (ευγενική)
看取りません
Παρελθόν (απλό)
看取った
Παρελθόν (ευγενικό)
看取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
看取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
看取りませんでした
Τε-μορφή
看取って
Δυνητική
看取れる
Προστακτική
看取れ
Βουλητική
看取ろう
Υποθετική (ば)
看取れば