かんばんろす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κλείνω την επιχείρησή μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
看板を下ろす
Παρόν (ευγενικό)
看板を下ろします
Άρνηση (απλή)
看板を下ろさない
Άρνηση (ευγενική)
看板を下ろしません
Παρελθόν (απλό)
看板を下ろした
Παρελθόν (ευγενικό)
看板を下ろしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
看板を下ろさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
看板を下ろしませんでした
Τε-μορφή
看板を下ろして
Δυνητική
看板を下ろせる
Προστακτική
看板を下ろせ
Βουλητική
看板を下ろそう
Υποθετική (ば)
看板を下ろせば