看破
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαβλέπω, διαισθάνομαι (π.χ. τα ψέματα κάποιου), διαβάζω (π.χ. τις σκέψεις), διεισδύω, εντοπίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 看破する
- Παρόν (ευγενικό)
- 看破します
- Άρνηση (απλή)
- 看破しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 看破しません
- Παρελθόν (απλό)
- 看破した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 看破しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 看破しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 看破しませんでした
- Τε-μορφή
- 看破して
- Δυνητική
- 看破できる
- Προστακτική
- 看破しろ
- Βουλητική
- 看破しよう
- Υποθετική (ば)
- 看破すれば
- Υποθετική (たら)
- 看破したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 看破したい
- Απαγορευτική (~な)
- 看破するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 看破しなさい
- Παθητική
- 看破される
- Αιτιατική
- 看破させる