真に受ける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παίρνω στα σοβαρά, πιστεύω κάποιον στον λόγο του, θεωρώ κάτι αληθινό
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 真に受ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 真に受けます
- Άρνηση (απλή)
- 真に受けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 真に受けません
- Παρελθόν (απλό)
- 真に受けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 真に受けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 真に受けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 真に受けませんでした
- Τε-μορφή
- 真に受けて
- Δυνητική
- 真に受けられる
- Προστακτική
- 真に受けろ
- Βουλητική
- 真に受けよう
- Υποθετική (ば)
- 真に受ければ
- Υποθετική (たら)
- 真に受けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 真に受けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 真に受けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 真に受けなさい
- Παθητική
- 真に受けられる
- Αιτιατική
- 真に受けさせる