真実と向き合う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αντικρίζω την αλήθεια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 真実と向き合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 真実と向き合います
- Άρνηση (απλή)
- 真実と向き合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 真実と向き合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 真実と向き合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 真実と向き合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 真実と向き合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 真実と向き合いませんでした
- Τε-μορφή
- 真実と向き合って
- Δυνητική
- 真実と向き合える
- Προστακτική
- 真実と向き合え
- Βουλητική
- 真実と向き合おう
- Υποθετική (ば)
- 真実と向き合えば
- Υποθετική (たら)
- 真実と向き合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 真実と向き合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 真実と向き合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 真実と向き合いなさい
- Παθητική
- 真実と向き合われる
- Αιτιατική
- 真実と向き合わせる