綿わたくびめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός βασανίζω με αργούς ρυθμούς, υποβάλλω σε αργό μαρτύριο, καθυστερώ τα πράγματα, ασκώ κριτική με πλάγιο τρόπο, στραγγαλίζω με μετάξι

Κλίση

Παρόν (απλό)
真綿で首を絞める
Παρόν (ευγενικό)
真綿で首を絞めます
Άρνηση (απλή)
真綿で首を絞めない
Άρνηση (ευγενική)
真綿で首を絞めません
Παρελθόν (απλό)
真綿で首を絞めた
Παρελθόν (ευγενικό)
真綿で首を絞めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
真綿で首を絞めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
真綿で首を絞めませんでした
Τε-μορφή
真綿で首を絞めて
Δυνητική
真綿で首を絞められる
Προστακτική
真綿で首を絞めろ
Βουλητική
真綿で首を絞めよう
Υποθετική (ば)
真綿で首を絞めれば