ねむらせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιμίζω
  2. 02 καθομιλουμένη θανατώνω, σκοτώνω
  3. 03 αφήνω αχρησιμοποίητο

Κλίση

Παρόν (απλό)
眠らせる
Παρόν (ευγενικό)
眠らせます
Άρνηση (απλή)
眠らせない
Άρνηση (ευγενική)
眠らせません
Παρελθόν (απλό)
眠らせた
Παρελθόν (ευγενικό)
眠らせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
眠らせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
眠らせませんでした
Τε-μορφή
眠らせて
Δυνητική
眠らせられる
Προστακτική
眠らせろ
Βουλητική
眠らせよう
Υποθετική (ば)
眠らせれば