眠ねむりにつく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκοιμιέμαι

Παραδείγματα

  • 私わたしは眠ねむりにつくのが早はやいです。

    Κοιμάμαι γρήγορα.

  • 仕事しごとが終おわると、彼かれはすぐに眠ねむりにつきました。

    Μόλις τελείωσε τη δουλειά, αμέσως αποκοιμήθηκε.

  • 静しずかな音楽おんがくを聴ききながら、私わたしは安やすらかな眠ねむりにつきました。

    Ακούγοντας ήρεμη μουσική, αποκοιμήθηκα γαλήνια.

Κλίση

Παρόν (απλό)
眠りにつく
Παρόν (ευγενικό)
眠りにつきます
Άρνηση (απλή)
眠りにつかない
Άρνηση (ευγενική)
眠りにつきません
Παρελθόν (απλό)
眠りについた
Παρελθόν (ευγενικό)
眠りにつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
眠りにつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
眠りにつきませんでした
Τε-μορφή
眠りについて
Δυνητική
眠りにつける
Προστακτική
眠りにつけ
Βουλητική
眠りにつこう
Υποθετική (ば)
眠りにつけば