ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό ζαλίζομαι, νιώθω ίλιγγο

Κλίση

Παρόν (απλό)
眩う
Παρόν (ευγενικό)
眩います
Άρνηση (απλή)
眩わない
Άρνηση (ευγενική)
眩いません
Παρελθόν (απλό)
眩った
Παρελθόν (ευγενικό)
眩いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
眩わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
眩いませんでした
Τε-μορφή
眩って
Δυνητική
眩える
Προστακτική
眩え
Βουλητική
眩おう
Υποθετική (ば)
眩えば