くるめ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νιώθω ζάλη, νιώθω λιποθυμική τάση
  2. 02 στριφογυρίζω, περιστρέφομαι, τριβελίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
眩く
Παρόν (ευγενικό)
眩きます
Άρνηση (απλή)
眩かない
Άρνηση (ευγενική)
眩きません
Παρελθόν (απλό)
眩いた
Παρελθόν (ευγενικό)
眩きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
眩かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
眩きませんでした
Τε-μορφή
眩いて
Δυνητική
眩ける
Προστακτική
眩け
Βουλητική
眩こう
Υποθετική (ば)
眩けば