眩ます
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τυφλώνω (από έντονο φως), ζαλίζω, μπερδεύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 眩ます
- Παρόν (ευγενικό)
- 眩まします
- Άρνηση (απλή)
- 眩まさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 眩ましません
- Παρελθόν (απλό)
- 眩ました
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 眩ましました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 眩まさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 眩ましませんでした
- Τε-μορφή
- 眩まして
- Δυνητική
- 眩ませる
- Προστακτική
- 眩ませ
- Βουλητική
- 眩まそう
- Υποθετική (ば)
- 眩ませば
- Υποθετική (たら)
- 眩ましたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 眩ましたい
- Απαγορευτική (~な)
- 眩ますな
- Προστακτική (ευγενική)
- 眩ましなさい
- Παθητική
- 眩まされる
- Αιτιατική
- 眩まさせる