眩む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τυφλώνομαι από φως, ζαλίζομαι, αποπροσανατολίζομαι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα τυφλώνομαι από (απληστία, πάθος κ.λπ.)
- 03 αρχαϊκό σκοτεινιάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 眩む
- Παρόν (ευγενικό)
- 眩みます
- Άρνηση (απλή)
- 眩まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 眩みません
- Παρελθόν (απλό)
- 眩んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 眩みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 眩まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 眩みませんでした
- Τε-μορφή
- 眩んで
- Δυνητική
- 眩める
- Προστακτική
- 眩め
- Βουλητική
- 眩もう
- Υποθετική (ば)
- 眩めば
- Υποθετική (たら)
- 眩んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 眩みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 眩むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 眩みなさい
- Παθητική
- 眩まれる
- Αιτιατική
- 眩ませる