眺ながめる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοιτάζω, ατενίζω, παρακολουθώ, βλέπω επίμονα
  2. 02 βλέπω, έχω θέα, θαυμάζω (π.χ. το τοπίο)
  3. 03 παρατηρώ, παρακολουθώ (από απόσταση), είμαι θεατής

Παραδείγματα

  • 景色けしきを眺ながめます。

    Κοιτάζω τη θέα.

  • 窓まどから外そとの景色けしきを眺ながめるのが好すきです。

    Μου αρέσει να κοιτάζω τη θέα έξω από το παράθυρο.

  • バルコニーから広ひろがる美うつくしい夜景やけいを眺ながめながら、ゆっくりとワインを楽たのしみました。

    Απολαύσαμε ήσυχα το κρασί μας, ατενίζοντας την υπέροχη νυχτερινή θέα που απλωνόταν από το μπαλκόνι.

Κλίση

Παρόν (απλό)
眺める
Παρόν (ευγενικό)
眺めます
Άρνηση (απλή)
眺めない
Άρνηση (ευγενική)
眺めません
Παρελθόν (απλό)
眺めた
Παρελθόν (ευγενικό)
眺めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
眺めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
眺めませんでした
Τε-μορφή
眺めて
Δυνητική
眺められる
Προστακτική
眺めろ
Βουλητική
眺めよう
Υποθετική (ば)
眺めれば