眼鏡めがねにかなう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κερδίζω την εύνοια κάποιου, αναγνωρίζομαι από κάποιον ανώτερο, ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
眼鏡にかなう
Παρόν (ευγενικό)
眼鏡にかないます
Άρνηση (απλή)
眼鏡にかなわない
Άρνηση (ευγενική)
眼鏡にかないません
Παρελθόν (απλό)
眼鏡にかなった
Παρελθόν (ευγενικό)
眼鏡にかないました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
眼鏡にかなわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
眼鏡にかないませんでした
Τε-μορφή
眼鏡にかなって
Δυνητική
眼鏡にかなえる
Προστακτική
眼鏡にかなえ
Βουλητική
眼鏡にかなおう
Υποθετική (ば)
眼鏡にかなえば