眼鏡をかける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φοράω γυαλιά, βάζω τα γυαλιά μου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 眼鏡をかける
- Παρόν (ευγενικό)
- 眼鏡をかけます
- Άρνηση (απλή)
- 眼鏡をかけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 眼鏡をかけません
- Παρελθόν (απλό)
- 眼鏡をかけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 眼鏡をかけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 眼鏡をかけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 眼鏡をかけませんでした
- Τε-μορφή
- 眼鏡をかけて
- Δυνητική
- 眼鏡をかけられる
- Προστακτική
- 眼鏡をかけろ
- Βουλητική
- 眼鏡をかけよう
- Υποθετική (ば)
- 眼鏡をかければ
- Υποθετική (たら)
- 眼鏡をかけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 眼鏡をかけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 眼鏡をかけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 眼鏡をかけなさい
- Παθητική
- 眼鏡をかけられる
- Αιτιατική
- 眼鏡をかけさせる