眼鏡めがねはず

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βγάζω τα γυαλιά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
眼鏡を外す
Παρόν (ευγενικό)
眼鏡を外します
Άρνηση (απλή)
眼鏡を外さない
Άρνηση (ευγενική)
眼鏡を外しません
Παρελθόν (απλό)
眼鏡を外した
Παρελθόν (ευγενικό)
眼鏡を外しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
眼鏡を外さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
眼鏡を外しませんでした
Τε-μορφή
眼鏡を外して
Δυνητική
眼鏡を外せる
Προστακτική
眼鏡を外せ
Βουλητική
眼鏡を外そう
Υποθετική (ば)
眼鏡を外せば