着つく

ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φτάνω, προσεγγίζω
  2. 02 κάθομαι (π.χ. στο τραπέζι)

Παραδείγματα

  • 駅えきに着つきます。

    Θα φτάσω στο σταθμό.

  • 飛行機ひこうきは無事ぶじに着つきました。

    Το αεροπλάνο έφτασε με ασφάλεια.

  • 日没にちぼつ前まえに目的もくてき地ちに着つくことができました。

    Καταφέραμε να φτάσουμε στον προορισμό πριν τη δύση του ηλίου.

Κλίση

Παρόν (απλό)
着く
Παρόν (ευγενικό)
着きます
Άρνηση (απλή)
着かない
Άρνηση (ευγενική)
着きません
Παρελθόν (απλό)
着いた
Παρελθόν (ευγενικό)
着きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着きませんでした
Τε-μορφή
着いて
Δυνητική
着ける
Προστακτική
着け
Βουλητική
着こう
Υποθετική (ば)
着けば