ちゃくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φτάνω, καταφθάνω
  2. 02 προσκολλώμαι
  3. 03 επιμένω
  4. 04 φορώ, βάζω ρούχα

Κλίση

Παρόν (απλό)
着する
Παρόν (ευγενικό)
着します
Άρνηση (απλή)
着しない
Άρνηση (ευγενική)
着しません
Παρελθόν (απλό)
着した
Παρελθόν (ευγενικό)
着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着しませんでした
Τε-μορφή
着して
Δυνητική
着できる
Προστακτική
着しろ
Βουλητική
着しよう
Υποθετική (ば)
着すれば