じゃく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό επιμένω, προσκολλώμαι, εμμένω

Κλίση

Παρόν (απλό)
着すする
Παρόν (ευγενικό)
着すします
Άρνηση (απλή)
着すしない
Άρνηση (ευγενική)
着すしません
Παρελθόν (απλό)
着すした
Παρελθόν (ευγενικό)
着すしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着すしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着すしませんでした
Τε-μορφή
着すして
Δυνητική
着すできる
Προστακτική
着すしろ
Βουλητική
着すしよう
Υποθετική (ば)
着すすれば