着す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αρχαϊκό επιμένω, προσκολλώμαι, εμμένω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 着すする
- Παρόν (ευγενικό)
- 着すします
- Άρνηση (απλή)
- 着すしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 着すしません
- Παρελθόν (απλό)
- 着すした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 着すしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 着すしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 着すしませんでした
- Τε-μορφή
- 着すして
- Δυνητική
- 着すできる
- Προστακτική
- 着すしろ
- Βουλητική
- 着すしよう
- Υποθετική (ば)
- 着すすれば
- Υποθετική (たら)
- 着すしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 着すしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 着すするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 着すしなさい
- Παθητική
- 着すされる
- Αιτιατική
- 着すさせる