着せる
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ντύνω
- 02 καλύπτω, επιστρώνω, επιχρυσώνω, επενδύω
- 03 φορτώνω (π.χ. ένα έγκλημα σε κάποιον), προσάπτω, κατηγορώ, δίνω κακό όνομα, υπενθυμίζω την οφειλή
Παραδείγματα
-
子供に服を着せる。
Ντύνω το παιδί.
-
彼女は毎日、人形に可愛い服を着せます。
Αυτή ντύνει την κούκλα της με χαριτωμένα ρούχα κάθε μέρα.
-
彼は無実なのに、全ての罪を彼に着せようとした。
Αν και ήταν αθώος, προσπάθησαν να του φορτώσουν όλη την ευθύνη.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 着せる
- Παρόν (ευγενικό)
- 着せます
- Άρνηση (απλή)
- 着せない
- Άρνηση (ευγενική)
- 着せません
- Παρελθόν (απλό)
- 着せた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 着せました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 着せなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 着せませんでした
- Τε-μορφή
- 着せて
- Δυνητική
- 着せられる
- Προστακτική
- 着せろ
- Βουλητική
- 着せよう
- Υποθετική (ば)
- 着せれば
- Υποθετική (たら)
- 着せたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 着せたい
- Απαγορευτική (~な)
- 着せるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 着せなさい
- Παθητική
- 着せられる
- Αιτιατική
- 着せさせる