える

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ντύνω (κάποιον άλλον, π.χ. παιδί, κούκλα), αλλάζω την ταπετσαρία ή το θέμα (σε smartphone κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
着せ替える
Παρόν (ευγενικό)
着せ替えます
Άρνηση (απλή)
着せ替えない
Άρνηση (ευγενική)
着せ替えません
Παρελθόν (απλό)
着せ替えた
Παρελθόν (ευγενικό)
着せ替えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着せ替えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着せ替えませんでした
Τε-μορφή
着せ替えて
Δυνητική
着せ替えられる
Προστακτική
着せ替えろ
Βουλητική
着せ替えよう
Υποθετική (ば)
着せ替えれば