のまま

άλλο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 με τα ρούχα που φοράει κανείς εκείνη τη στιγμή, με ό,τι φοράει στη ράχη του, φορώντας ακόμα τα ίδια ρούχα (π.χ. πριν κοιμηθεί)