着付ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ντύνω, φοράω
- 02 συνηθίζω να φοράω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 着付ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 着付けます
- Άρνηση (απλή)
- 着付けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 着付けません
- Παρελθόν (απλό)
- 着付けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 着付けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 着付けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 着付けませんでした
- Τε-μορφή
- 着付けて
- Δυνητική
- 着付けられる
- Προστακτική
- 着付けろ
- Βουλητική
- 着付けよう
- Υποθετική (ば)
- 着付ければ
- Υποθετική (たら)
- 着付けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 着付けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 着付けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 着付けなさい
- Παθητική
- 着付けられる
- Αιτιατική
- 着付けさせる