ちゃくにん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάληψη νέας θέσης

Κλίση

Παρόν (απλό)
着任する
Παρόν (ευγενικό)
着任します
Άρνηση (απλή)
着任しない
Άρνηση (ευγενική)
着任しません
Παρελθόν (απλό)
着任した
Παρελθόν (ευγενικό)
着任しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着任しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着任しませんでした
Τε-μορφή
着任して
Δυνητική
着任できる
Προστακτική
着任しろ
Βουλητική
着任しよう
Υποθετική (ば)
着任すれば