着太り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εμφάνιση με αυξημένο όγκο λόγω ρούχων, πάχυνση λόγω ρουχισμού
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 着太りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 着太りします
- Άρνηση (απλή)
- 着太りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 着太りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 着太りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 着太りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 着太りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 着太りしませんでした
- Τε-μορφή
- 着太りして
- Δυνητική
- 着太りできる
- Προστακτική
- 着太りしろ
- Βουλητική
- 着太りしよう
- Υποθετική (ば)
- 着太りすれば
- Υποθετική (たら)
- 着太りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 着太りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 着太りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 着太りしなさい
- Παθητική
- 着太りされる
- Αιτιατική
- 着太りさせる