着崩れる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ξεχαρβαλώνομαι (για ρούχα), χαλαρώνω (π.χ. για ένα φόρεμα), γίνομαι ατημέλητος
- 02 χάνω τη φόρμα μου από τη χρήση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 着崩れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 着崩れます
- Άρνηση (απλή)
- 着崩れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 着崩れません
- Παρελθόν (απλό)
- 着崩れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 着崩れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 着崩れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 着崩れませんでした
- Τε-μορφή
- 着崩れて
- Δυνητική
- 着崩れられる
- Προστακτική
- 着崩れろ
- Βουλητική
- 着崩れよう
- Υποθετική (ば)
- 着崩れれば
- Υποθετική (たら)
- 着崩れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 着崩れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 着崩れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 着崩れなさい
- Παθητική
- 着崩れられる
- Αιτιατική
- 着崩れさせる