着彩
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χρωματισμός (σχεδίου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 着彩する
- Παρόν (ευγενικό)
- 着彩します
- Άρνηση (απλή)
- 着彩しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 着彩しません
- Παρελθόν (απλό)
- 着彩した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 着彩しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 着彩しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 着彩しませんでした
- Τε-μορφή
- 着彩して
- Δυνητική
- 着彩できる
- Προστακτική
- 着彩しろ
- Βουλητική
- 着彩しよう
- Υποθετική (ば)
- 着彩すれば
- Υποθετική (たら)
- 着彩したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 着彩したい
- Απαγορευτική (~な)
- 着彩するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 着彩しなさい
- Παθητική
- 着彩される
- Αιτιατική
- 着彩させる