ちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσοχή
  2. 02 σύλληψη, ιδέα

Κλίση

Παρόν (απλό)
着意する
Παρόν (ευγενικό)
着意します
Άρνηση (απλή)
着意しない
Άρνηση (ευγενική)
着意しません
Παρελθόν (απλό)
着意した
Παρελθόν (ευγενικό)
着意しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着意しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着意しませんでした
Τε-μορφή
着意して
Δυνητική
着意できる
Προστακτική
着意しろ
Βουλητική
着意しよう
Υποθετική (ば)
着意すれば