ちゃくしゅ

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έναρξη εργασίας, ξεκίνημα εργασίας, καταπιάνομαι με, αρχίζω, ξεκινώ, αναλαμβάνω
  2. 02 γράφεται και ως 著手 διάπραξη (εγκλήματος)
  3. 03 κίνηση (στο παιχνίδι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
着手する
Παρόν (ευγενικό)
着手します
Άρνηση (απλή)
着手しない
Άρνηση (ευγενική)
着手しません
Παρελθόν (απλό)
着手した
Παρελθόν (ευγενικό)
着手しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着手しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着手しませんでした
Τε-μορφή
着手して
Δυνητική
着手できる
Προστακτική
着手しろ
Βουλητική
着手しよう
Υποθετική (ば)
着手すれば