ちゃくふく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υπεξαίρεση, κατάχρηση, ιδιοποίηση
  2. 02 ντύσιμο, ένδυση

Κλίση

Παρόν (απλό)
着服する
Παρόν (ευγενικό)
着服します
Άρνηση (απλή)
着服しない
Άρνηση (ευγενική)
着服しません
Παρελθόν (απλό)
着服した
Παρελθόν (ευγενικό)
着服しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着服しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着服しませんでした
Τε-μορφή
着服して
Δυνητική
着服できる
Προστακτική
着服しろ
Βουλητική
着服しよう
Υποθετική (ば)
着服すれば