ちゃくよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φοράω (π.χ. στολή, ζώνη ασφαλείας, κράνος)

Παραδείγματα

  • 安全あんぜんのために、ヘルメットを着用ちゃくようします

    Για την ασφάλεια, φοράω κράνος.

  • この制服せいふく毎日まいにち着用ちゃくようしなければなりません。

    Πρέπει να φοράτε αυτή τη στολή κάθε μέρα.

  • 工事現場こうじげんばでは、安全あんぜんのため保護具ほごぐ着用ちゃくよう義務付ぎむづけられています。

    Στα εργοτάξια, η χρήση προστατευτικού εξοπλισμού είναι υποχρεωτική για λόγους ασφαλείας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
着用する
Παρόν (ευγενικό)
着用します
Άρνηση (απλή)
着用しない
Άρνηση (ευγενική)
着用しません
Παρελθόν (απλό)
着用した
Παρελθόν (ευγενικό)
着用しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着用しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着用しませんでした
Τε-μορφή
着用して
Δυνητική
着用できる
Προστακτική
着用しろ
Βουλητική
着用しよう
Υποθετική (ば)
着用すれば