ぶく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ντύνομαι με πολλά στρώματα ρούχων, ογκώδης εμφάνιση λόγω πολλών στρωμάτων ρούχων

Κλίση

Παρόν (απλό)
着膨れする
Παρόν (ευγενικό)
着膨れします
Άρνηση (απλή)
着膨れしない
Άρνηση (ευγενική)
着膨れしません
Παρελθόν (απλό)
着膨れした
Παρελθόν (ευγενικό)
着膨れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
着膨れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
着膨れしませんでした
Τε-μορφή
着膨れして
Δυνητική
着膨れできる
Προστακτική
着膨れしろ
Βουλητική
着膨れしよう
Υποθετική (ば)
着膨れすれば