着艦
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσνήωση σε αεροπλανοφόρο, προσγείωση στο κατάστρωμα
- 02 άφιξη σε πολεμικό πλοίο, κατάπλοι πολεμικού πλοίου σε λιμένα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 着艦する
- Παρόν (ευγενικό)
- 着艦します
- Άρνηση (απλή)
- 着艦しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 着艦しません
- Παρελθόν (απλό)
- 着艦した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 着艦しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 着艦しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 着艦しませんでした
- Τε-μορφή
- 着艦して
- Δυνητική
- 着艦できる
- Προστακτική
- 着艦しろ
- Βουλητική
- 着艦しよう
- Υποθετική (ば)
- 着艦すれば
- Υποθετική (たら)
- 着艦したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 着艦したい
- Απαγορευτική (~な)
- 着艦するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 着艦しなさい
- Παθητική
- 着艦される
- Αιτιατική
- 着艦させる